(Οδηγίες προς μη Μυτιληνιούς αναγνώστες. Στο κείμενο αυτό γίνεται προσπάθεια να καταγραφεί η ντοπιολαλιά. Τα γράμματα σε παρένθεση δεν διαβάζονται, δεν χάνουν όμως τελείως την ηχητική τους αφού μέρος της προστίθεται στο προηγούμενο σύμφωνο. Τα πολλά σύμφωνα σε κάποιες λέξεις θέλουν να δείξουν ότι κατά την εκφορά του λόγου πρέπει να ακουστεί «παχύ» το συγκεκριμένο σύμφωνο).
Βλέπουμι ούλα τ΄απόξου, τσι δε κάνουμι του κόπου να δούμι τα μέσα αν είνι καλά. Τα θκά μας πρώτ απ’ ούλα.
Αλλά φτο θέλ(ει) δλειά, εν είνι εύκουλου, γιακί άμα καταφέρουμι να τα δούμι, θα γραγκίξουμι!!!
Ενώ, του να λουγιάϊζς τ’ απ΄όξου είναι εύκουλου, ούλ(οι) του μπουρούν.
Α πεις α στσσιφτούμι α τα διουρθώσουμι τσσιόλας!!! έφτου να δεις δλειά π’ θέλ(ει)!!!
Μάθαμι, πους εν αλλάζζ(ει) γι’ άθρουπους.
Κι θα πει φτό!!!
Αφού ρε πιδί βλέπς κάκ(ι) στραβό απάνους, γιακί ε ντ’ αλλάϊζς;
Κι πιριμέν(ει)ς; Αμα εν αλλάξς ησσύ τα θκας τα στραβά, πως θες δηλαδή ν’ αλλάξειν γι άλλ(οι) τα θκά ντουν;
Ομους, ειμίς είμαστι απασχουλ(η)μέν(οι).
Να βγάλουμι τσσ’ άλλα, παράδις! Πουλλοί παράδις!! να ‘χουμι, όχ(ι) μουνάχα για τα στηρνά, αλλά γιακί πρώτα απ’ούλα έ χουρτένουμι, τσ’ ύστηρα, για να μπούμι μεσ’του μάκ(ι)ντουν. Φτο του μακ(ι) ντουν είνι π΄θα μας πνίξ(ει)!
Οσον αφουρά τα μουρά μας, αντί να λουγιάζουμι να πιρνούμι καλά μαζί ντουν τσι να χειρόμιστι μη κ’στιγμές ντουν, λουγιάζουμι να τα κάνουμι οκ(ι) ε μπουρέσαμε ειμείς.
Α τα μάθουμι Αγγλικά, τσι Γιρμαν(ι)κά, Γαλλ(ι)κά, καλό θαν είνι τώρα μι κ(ι)ν Ηυρώπ, τσσ’άλλ(η) μια γλώσσα, Τούρτσσκα!. Χα!
Εμ μουσική, α μή μαθ’ του μουρόμ’ ημένα; κουλημβητήριου; Τ΄ άλλα π΄μαθένιν κίντα είνι, καλύτηρα; καράτε α μη μαθ΄, α μη του δέρνειν;
Eδιετς, έ μπιρσέβγ(ει) χρόνους για να τσ’ διαβάσουμι παραμύθια, α ψάξουμι να βρούμι αλλάνις –αλλά φτες εν υπάρχειν πια, αφού τσ’ χτίσαμι ούλις- α παίξξ(ει) μι τα χώματα, να πέσσ(ει) κάτου να χτυπήσσ(ει) τα πουδάριαντ’ πάσ’ τσ’ πέτρις, να φα τσι λίγα χώματα. Α χαρούμι ρε μπάρι μαζί ντουν! Απλά πράματα!!!
Γινήκαμι τέρατα.
Ε ξέρου πως θα ξιμπηρδέψουμι.
Τώρα θα μ’ πείς, γιακί μας βαϊζς ούλ(οι) μεσ’ σ’ ένα τζβάλ(ι); Εν είνι τσι τόσου μαύρα τα πράματα.
Ακσι να σ’ πω. Τουν ηαυτόμ βάζω μεσ’ του τσβάλ(ι). Ε ξέρς πόσου σχαμένους είνι! Έφτου πτα λέγ(ει) έδιετς, έφτου τα κάν(ει) αλλιώς. Αλλά να, τ’ν αυτουκριτική μ’ κάνου, να μ’ φύγ(ει) η καϋμός, να ηξιλιουθώ ρε πιδί.
Τώρα π’ του σκέφτουμι, μάλλουν φταίβγ(ει) που έ μπαγαίνου α ξ(η)μουλουγ(η)θώ, τσσ αναγκάζουμι να σκουρπώ τα λόγιαμ’ στουν αγέρα. Φκι θα ν’είνι φαίνιτι γη τιμουρίαμ. Εν ηξηγιέτι αλλιώς.
Οόόχι, ε τζβαλιάζου κανέναν, οι πιο πουλλοί είνι καλοί. Απ’ αγάπ’ ξυχειλίζ’ η ντουνιάς. Μήδι λόγια λιγόντιν απου πίσου, μήδι χιρόντι μι κ(ι) στηναχώριας, μήδι λ(υ)πούντι μι κ(ι) χαράς!
Ειρουνεύουμι μπάρε, αλλά να, πουνώ.
Ε μπιρσεύβγ(ει) γ(ι) αγάπ’, δυστυχώς. Χάσαμι κι’ αθρουπιά μας.
Λιγουστεύγειν γοι καθαροί γι’ αθρώπ, γι αυτό πρέπ’ α τσ’ προσέχουμι μπάσκι μας λ(υ)πηθεί γι Θγιός.
Τρέχουμι σα τσ’ παλαβοί. Κ(ι) ά προλάβουμι;
Σπρώξ’ τουν έναν, σπρώξ’ τουν άλλου, α βγούμι μπρουστά, πάτα τουν ένα, πάτα τουν άλλου, α φανούμι, α κιρδίσουμι. Ε μπα να πνιγούν γ(ι) άλλοι.
Μ’ έληγι ένας θκόσιμ τσ’ προυάλες. «Χαθήκαμι μπάρε, χαθήκαμε. Που είν’ οι φίλ΄ μας…;»
-Φίλ(οι)!!! κίντα΄νι φτό; Ιδώ ρε πιδί είνι «όποιους προυλάβ΄ του Κύριου είδι», ε μας παρατάς τώρα τσσι σσυ μι τα συνησθήματα! Ακσι σσύ φίλ(οι). Εν αλλάζ(ει) η κόσμους, πάρτου χαμπάρ. Τούτους είν’ η δρόμους. Θαρρείς πους ε ντου μιλητήσαν οι σουφοί τότες π’ τουν στρώναν του δρόμου;
-Φίλ(οι)!… Εν έχ(ει)ς δλειά α κάν(ει)ς; Πάν(ει) α βγάλ(ει)ς κανα φράνγκου, α δεις μιαν άσπρ’ μέρα, τσσ άστα φτα τ΄ αδιαφόριτα.
-Συνησθήματα !!! αϊ βλαστήμα τα!!! Βρε μαθέ, φτα έμαθεις στα θρανία τόσα χρόνια; Λουγική βρε χρειάζιτι. Παρά μεσ’ κ(ι) τζζέπς να έχ(ει)ς, τ’σούλα τ’ άλλα γινόντιν.
…
Κι όμους ξάρφε, φτο μας λείπ’. Γι’ αθρώπ’ μας, γι’ αθρουπιά μας. Οι φίλ(οι) τσσι ψψύς μας. Γι αυτό μας δέρν(ει) τόσσ(η) μουναξξιά τσι τόσα προυβλήματα.
Αει, κάτσει μουναχός, ένας κούκους, α δούμι κι θα καταλάβς. Εχει τσ’ παράδις μες κ(ι)τζέπς -δύναμις γαρ- λόγιαζι μό τουν ηαυτόσ’, τσι καμάρουνι. Ζουή είνι βρε φκή;
Τσι για να συνηνουγιόμαστι, εν ηννουώ φτον π’τά’βγαλι μη τουν ιδρώταντ, λεγ’ για τουν άλλου, κ(ι) μαϊμού. Τσ’ είνι μα του Θγιό, πουλλές ρε μπάρι γι μαϊμούδις!!!
Θαρρείς μαθέ πους έ συ βλέπειν γι’ άλλ(οι). Πους μη τσ’ παγαπουντιές τά κάν(ει)ς ούλα;
Συ μλούν, μπουρεί τσι να σι φουβούντι, για κ’δύναμ π’σδίν(ει) η παράς, τσ’φουβέρξεις τσιόλας, ήταν τσι λίγου αδύναμ’,… Αλλά κανένας ε σ’ ηκτιμά. Α δεις τι ησθανόντιν για σένα! Δε λέγ τι λέν, αλλά, τι ησθανόντι.
Θα μ’ πεις, θα τ’ ακούσου π’ θα τ’ ακούσου, χισμέν(οι) τσ’ έχου.
Εν είνι έδιετς. Αλλου τόνα, άλλου τ’ άλλου.
Τώρα βέβαια οκ(ι) σ’ αρέσ(ει) ησένα, έ μ’ πέφκ(ει) λόγους. Αλλά να, του φφκ(η)νό φαίνητι. Φαίνητι τσι τα’ ακριβό, του καλό. Έχ(ει) μάκια οι κόσμους τσι βλεπ, έχ(ει) ψσσή τσι καταλαβαίν(ει).
Το ‘να του φτήν(ει)ς, του χέϊζζς, ινώ τ’ άλλου, τ’αγαπάς, του σέβισι. Οκ(ι) διαλέγ(ει) η καθένας.
Τώρα βέβαια, γ(η)άλλους –φτος η σχαμένους π’ λέγαμι, η μαϊμού, αντί να βρει μούτζης, βρίσκ(ει) έναν άθρουπου –όπους τουν βρίσκ(ει)- συνήθους σα γκ(ι) μούρη ντ’, κάνει μουρά, σκουτών(ει) κι μουναξιάντ, κάν(ει) κι δλιάντ’, χαλά κ(ι) σειρά.
Ε μπουρώ α συ πω πάσ’συ τούτου. Δύσκουλου τσιφάλιου. Ε ντου λύσαν τούτου του ηρώκ(η)μα οι σουφοί, ηγώ μαθέ θα του λύσου.
Φτο π’ ξέρου είνι πους γίναμι σα ντα μούτρα μας…
Συνεχίζεται……….
Ενας Ακρασσ(ι)ώκς.
Μάρτιος 2002












No Comments
There are currently no comments on ΑΜΠΙΛΟΥΦΙΛΟΥΣΟΥΦΙΗΣ; Ενας Ακρασσ(ι)ώκς. Μάρτιος 2002 (μέρος 2ο). Perhaps you would like to add one of your own?