ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΛΕΣΒΟΣ
ΤΡΑΓΕΛΑΦΟΣ Απρίλιος 1995
ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΛΕΣΒΟΣ
Ο Στρατής μπήκε στο καφενείο και το καφενείο σηκώθηκε στο πόδι για τα καλωσορίσματα.
Έλειπε ένα διάστημα στην Αθήνα και οι συγχωριανοί του που τον αγαπούσαν, του το έδειχναν με τον τρόπο τους.
Ο Στρατής λοιπόν, ένας νέος που αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην Αθήνα, ήταν ένα καλό παιδί που δεν είχε ιδιαίτερες επιδόσεις στα γράμματα, καλά-καλά δεν είχε βγάλει το Δημοτικό και ποτέ δεν είχε φύγει απ’ το χωριό.
Η ομιλία του και η προφορά του δε, ήταν ατόφια Μυτιληνιά ενώ δεν έκανε καμιά προσπάθεια να την εξωραϊσει,, ίσα-ίσα επεδίωκε – θα έλεγε κανείς- να την χρησιμοποιεί με έμφαση. Το ίδιο έκανε και στην Αθήνα. Τα αποτελέσματα…..
- Ε, Στρατή, άδεια πήρις; Εμ πότι κι όλας ρε παιδί… Πουλύ βιασκός δεν είσι;
- Τι άδεια, τσι άδεια, μωρέ, ξουπίσου γύρσα, έ θα ξουνουφύγου πιά.
- Τι λές, ρε Στρατή; Καλά, γιατί τόσου μάνι-μάνι;
- Ε, τι να σ’ πώ τώρα; Αστα μη ντα μλάς! Δεν είνι γι Αθήνα για μας. Μεις είμαστι μαθ(η)μέν’ αλλιώς. Εγτσι μήδι μας καταλαβαίνειν, μήδι τς καταλαβαίνουμι. Πού να σας τα λέγου τώρα! Τ’α τα κάν(ει)ς γι ουσία είνι πους γύρσα πίσου τσι δε ξουνουφεύγου μι τίποτα. Τέλειουσ’ έφτι γι δλειά.
Λίγο πιο ύστερα που ήρθαν οι φίλοι του και τον ρωτούσαν είπε όλη την αλήθεια!
- Στου συνιργείου που δούλιβγα, είπε ο Στρατής, ήνταν μάστουρας ένας απ’ τν’ Αθήνα. Ε, σα μι μλούσι αυτός, ιγώ τσάτρα-πάτρα τουν καταλάβινουμ’, αλλά άμα τουν μλούσα ιγώ, αυτός δεν καταλάβαινι γρι!
- Μη σας τα πουλυλογώ, βγαίναν προυβλήματα, μπιρδιβόμαστι. Σι άλλα τα βρίσκαμι, μι άλλα γιλούσαμι, μι άλλα τσακουνώμαστι, ε, πέρνα γι τσιρός.
- Μέχρι που μια μέρα φέραν ένα αυτουκίνητου που δεν ανάβαν τα φώτα απ’ τα φρένα. Ε, αυτός έπιασι να τα φτιάξ. Σα μπου ήνταν σκυμμένους, μι λέγ’ ιμένα: « Στρατή ανάβει;» Τα φώτα ανάβαν κι σβούσαν , ε, τουν λέγου «αφτ τσι σβα». Μη ξαναρουτά , «ανάβει ρέ;» τουν λέγου «αφτ τσι σβα». Μη ξαναρουτά, «ανάβει ρέ;» Τουν λέγου «αφτ τσι σβά»
- Αυτή ντ κουβέντα την είπαμι ίσαμι 10 φουρές.
- Εκείνους ήνταν φαίνιτι νευριασμένους, μι πέταξι ένα στουπί, τσι μι ξαναρουτά:
- Ανάβει ρε; Ιγώ τουν είπα πάλι «αφτ τσι σβα»! Μι πέταξι ένα κλειδί κι μι πήρι στου κυνήγ’. Θάργει πους τουν κουρόϊδευα!
- Ιγώ ομους τ’ έλιγα τν αλήθεια, αφού τα φώτα ανάβαν τσι σβήναν, τι να τουν πώ; «αφτ τσι σβά» τ’ ήλιγα. Ε, αυτό ήνταν κι όλας. Λουγαριαστήκαμι τσι έφγα. Αφού δε μπουρούσαμι να συνιννουηθούμι τι να κάτσου να κάνου; Ασι που άμα σχουλνούσα τ’ απουγέματα δε μπουρούσα να συνιννουηθώ μι κανέναν! Νόμζεις πους μλούσαν άλλ’ γλώσσα. Αστα δεν είνι για μας αυτά τα πράματα. Μείς είμαστι μαθ(η)μέν(οι) αλλιώς. Ασι πλια τα σπίτια ντουν. Δίπλα απι μένα κάντουν ένα αντρόγνου μι δυο μουρέλια. Κλαίγαν τα μουρά, δε μ’ αφήναν ά τσμιθώ. Κουβιντιάζαν αυτοί άκγα τι λέγαν – χουρίς ά θέλου – . Του προυί που πήγινα στου μέρους, άκγα του γείτουνα που έκλανι, κι αυτοί ακούγαν ιμένα. Τσακουνώνταν απι δίπλα, τσ’ άκγα που αγκαρίζαν.
- Πάγινα του βράδ’ σ’ ένα καφινιδέλ’, άμα ίλιγα στου γκαφιτζή να μι βάλ’ ένα ρακί, μι λόγιαζι. Αμα πια καταφέραμι α συνιννουηθούμι, έφιρνι για μιζέ κατ’
-
- σάλια – μπάλια, πατάτις πλαστικές –τσ’ μηχανής – τσι κατ’ τίπουτα. Μηδι χαψέλια δεν είχι! Γι’ αυτό τσι γώ μόλις ήρθα πήγα μια βόλτα στου λιώνα α σιχάσ’ του τσιφάλιμ’, ν’ ακούσου γάδαρου να αγκαρίζ’, βαρέθκα αν ακούγου αθρώπ’ ν’ αγκαρίζειν.
- Φτάν’ όμους για σήμιρα. Αλλ’ μέρα πάλι.
- Βάλι ρε γκμπάρι ένα πινταρέλ’ μι τα χαψέλια α του στραμπλίξου α του καταλάβου πους γύρσα πίσου! Νταγιανάμαντι πλια!
Μ.Π.
















