Γι χρουνιά, ήνταν μαξουλουχρουνιά. Απρίλης πια, πλησίαζε η Λαμπρή τσι γι κόσμους ακόμα μάζουνει ιλιές.
Ο κόσμος, όπως είναι φυσικό, ήταν πολύ κουρασμένος, και φαινόταν αυτό από πολλές πλευρές.
Έτσι λοιπόν τσι Βασίλ(η)ς ,μη τ’ Φουτνή τη γ’ναίκα τ’, που μαζώναν κάμπουσις ιλιές, ήνταν τς αυτοί κουρασμέν(οι) πουλύ.
Κείνο το βράδυ όμως, στο καφενέ του μικρού χωριού, ο Βασίλης γελούσε συνέχεια. Τον ρωτούσε η παρέγια τι συμβαίνει μαθέ, ο Βασίλης τσιμουδιά, ε, να έχου τα θ’κάμ, έλεγε, και έκοβε κάθε συζήτηση.
Αργότερα, όταν ο κόσμος στο καφενέ αραίωσε, ο Βασίλης με 1-2 φίλους έβαλαν του «πινταρέλ», και συζητούσαν διάφορα. Ο Βασίλης πάλι συνέχισε να γελά πότε – πότε αδικαιολόγητα. Κάποιος από τη παρέα, του λέει: Ε, έσκασείς μας σήμιρα μι τα γέλιας, πες μας μωρέ τι ντα είνι τσι γιλάς μουναχός.
- Τι να έχου ρε πιδιά, παρακουρασμένους είμι τσι γω τσι γι Φουτνή, σαν ούλου του κόσμου. Φαίνιτει όμως πους γι Φουτνή είνι πιο κουρασμέν(η) πι μένα, γιατί καν(ει) πιο πουλά ξλουμένα.
Ακούστει να δείτει τι ξυμπέρδειψει σήμιρα.
- Σα νη γυρίσαμει απ’ τς ιλιές, ιγώ πήγα να ξισάσου τα ζα στου νταμ, τς αυτή άναψει τ’ στόφα, έβαλει να μαγειρεύ(ει), τα θ’κας δηλαδή. Ε σα νη ξιμπέρδιψα, πλύθ’κα, άλλαξα, για να βγω στου καφινέ. Πριν φύγου, αν(οι)ξα του ψυγείου να δω πάτσι πρέπ(ει) να ψ‘νίσου τίπουτα. Ικεί να δείτει!!! Του Ψυγείου ξέφυτζει, θάργεις Πιτάφιου ήνταν!!!! Τι νομίζειτει ους είχει γίν(ει); Γι Φουτνή, κουντά σι ούλα τ’ άλλα, ανάβ(ει) τσι του καντήλ(ι). Θέλετει γι κούρας(η), θέλειτει γι αφιριμάδα, έβαλει τν πιατέλα μη του καντήλ(ι) μεσ’ του ψυγείου !!!! γι αυτό ξέφυτζει τσείνου!!!
Η παρέα έβαλε τα γέλια. Έλα μωρέ Βασίλ(η) ούλ(οι) κάνουμι ξλουμένα – κβάρα – τ’ μέρα, μο γι Φουτνή θαρρείς είνι;
- Ναι, λεγ(ει) Βασίλ(η)ς , κάτσιτει ν’ ακούσειτει τ’ συνέχεια.
Γι Φουτνή, βάζ(ει) του καντήλ(ι) στου παναθύρ(ι), απάνου, ικεί είνει του εικουνουστάσ(ι) τ’ σπιτιού μας. Μέχρι να πάγου στου σπίτ(ι) θαν αναίβ(ει) τσι θα καταιβ(ει) κβάρα φουρές. Κάποια στιγμή θα δει σκουντά, θα πα να ανάψ(ει) του καντήλ(ι), φαντάζουμει τι θα λέγ(ει), γιατί τν ιτοίμασα ένα χ’ναι(ρ). Πήγα τσι έβαλα στου εικουνουστάς(ι) μια πιατέλα μη ένα κασκαβάλ(ι) τυρί!!!,
Ε αφού έβαλει γι Φουτνή του καντήλ(ι) μες του ψυγείου, έβαλα τσι γω του κασκαβάλ(ι) στ’ς Αγιοί!!!
Στου κάτου – κάτου ας πιαςτσι κουμάτ’ καφαλτί γι Άγιους άμα π(ει)νάσ(ει)!!!
Μιχ. Πολυπαθέλλης











No Comments
There are currently no comments on Tου καντήλ(ι) τς Φουτνής. Perhaps you would like to add one of your own?