«ΜΟΛΥΒ…ΕΝΙΑ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ» Στα …χαρακώματα μιας παράστασης

Written by admin. Posted in ΓΕΝΙΚΑ

Tagged:

Published on Σεπτέμβριος 25, 2012 with No Comments

«ΜΟΛΥΒ…ΕΝΙΑ   ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ»
Στα …χαρακώματα μιας παράστασης

 

Είναι παράξενη η αίσθηση όταν φθάνεις στην Λέσβο. Είναι σαν να προσγειώνεσαι σε έναν μικρό Ολύμπιο Θεό. Σαν να καρφώνεις τα πόδια σου στο «υψηλό». Κόσμημα χρυσοκέντητο που κρέμεται απ’ την δεξιά άκρια του χάρτη της Ελλάδας. Και ο Μόλυβος, φρουρός της ακοίμητης ομορφιάς.
Για μένα ήταν και κάτι ακόμη, μυστηριακό. Ήταν σαν να έρχομαι αντιμέτωπη με μια δική μου βαθιά μακρινή αλήθεια. Και σαν να με τυφλώνει ένα φως και να μην πρέπει, να μην θέλω τίποτα να δω, να ακουμπήσω. Μόνο να γεύομαι την υγρασία που έφερνε ο αέρας, να γέρνω το μάγουλο στα μυστικά περάσματα που έκανε το αεράκι πάνω από τα πετρόχτιστα σπίτια και τα καλντερίμια.
Γενιά του ’30. Μετά την αγάπη μου για τον Κοσμά Πολίτη, τα ερωτικά τετράδια του Ελύτη, τον δρόμο που βάδισε η Πηνελόπη Δέλτα, ήρθε η σειρά του Μυριβήλη.  «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», το όνομα της πανσιόν που μείναμε. Θυμήθηκα τη «Ζωή εν Τάφω», τις οβίδες και τις παπαρούνες. Ήμουν νομίζω στην Α΄ Λυκείου όταν για πρώτη φορά διαβάσαμε στην τάξη την«Μυστική παπαρούνα». Δάκρυα τότε είχαν γεμίσει τα μάτια μου δίχως αιτία. Με ένα αίσθημα ενοχής για την μοναξιά των δακρύων μου, ανάμεσα σε ανέμελα βλέμματα και πρόσωπα, σε εφηβικά πειράγματα, εγώ να κρύβω τα δάκρυά μου στο πράσινο του θρανίου. Ένιωθα τα αμήχανα βλέμματα, ένα «γιατί» να ξεκολλάει πάνω από τα κεφάλια των συμμαθητών μου. Αλλά είχα από τότε την χαρμολύπη του κόκκινου και της απόστασης μέσα μου.
Στον Μόλυβο δεν είδα τον ήλιο να ξυπνά, δεν είδα κανένα μνημείο, δεν γύρισα να αγκαλιάσω με το βλέμμα μου το σπίτι του τοπικού μύθου. Έζησα το ταξίδι «εσωτερικά» είπα σε μια φίλη, αλλά μου έγνεψε πως δεν κατάλαβε τι εννοούσα. Και σίγουρα δικαιολογημένα. Αν, αν γύριζα να τα δω, θα’ ταν σαν να ακουμπούσα πάνω σε μια πληγή. Θα ’ταν σαν να έβαζα το δάχτυλο πάνω σε μια εσωτερική πληγή. Και από την άλλη ήμουν σίγουρη πως όλα τα είχα δει, τα είχα αγγίξει, τα είχα ευφρανθεί. Κάποτε. Με αυτό το κάποτε να ξεθωριάζει μέσα μου, σαν ρούχο που φορώ κάτω από νεότερο, πιο κάτω, πιο κάτω, μέχρι τα σωθικά. |   […] Υπάρχει ένα έθιμο στην Λέσβο. Το έθιμο της κούνιας, που συνδέεται με την Λαμπρή. Πανάρχαιο, που φέρνει χαρά παιδική και άνεμο στα πόδια. Καθαρίζει την ψυχή και γαληνεύει το βλέμμα. Οι άνθρωποι του Συλλόγου αναβίωσαν το έθιμο αυτό στην έναρξη της παράστασης. Εμείς έπρεπε να ετοιμαστούμε και δεν το πρόλαβα. Πρόλαβα όμως να ανέβω στην αιώρα. Την στολισμένη με πράσινα φύλλα και αγάπη. Το βράδυ λίγο πριν την παράσταση πάνω στην εξέδρα φωτογραφιζόμασταν πάνω στην αιώρα και γελούσαμε. Εκεί λοιπόν πάνω στην εξέδρα, μέσα στοκάστρο του Μολύβου έχασα μια πράσινη πέτρα. Κόπηκε από τα αγαπημένα μου καλοκαιρινά χρυσόχρωμα σανδάλια και παγιδεύτηκε στα ξύλα. Την έχασα οριστικά. Υπόσχεση να επιστρέψω μια μέρα πίσω; Ή μήπως μικρή θυσία για τον έρωτά μου; Το μόνο βέβαιο είναι πως κάτι αγαπημένο, κάτι από εμένα έμεινε εκεί για πάντα.
[…] Γυρίζω τώρα το μικρό μου καθρεφτάκι από την ανάποδη. Βλέπω τα εσωτερικά τοιχώματα του κάστρου, νέους και νέες να αλλάζουν φορεσιές. Λίγο πριν την σκηνή, εκεί στις σκάλες η μικρή Νάντια κάνει τον σταυρό της. Κάποιος άλλος τρέχει. Πρέπει να βγει και δεν έχει προλάβει να αλλάξει. Μια κυρία ζητάει επίμονα ένα δεύτερο καλσόν. Δίπλα μου το γκρουπ με τους Τούρκους. Γλυκιά η κούραση, με οδηγεί να πάρω στα χέρια ένα πήλινο τουμπερλέκι. Το σιγουρεύω στην αγκαλιά μου. Και κάθομαι. Δεν τολμώ να δοκιμάσω να παίξω έστω και άτεχνα. Η μεγάλη πρόβα, ο ενθουσιασμός, η ιδέα. Όλα αυτά που με συνεπαίρνουν. Δεν θα ρίξω καμιά ματιά στην σκηνή. Δεν θα δω ούτε καν την έναρξη. Θα μείνω εκεί στην σκάλα να την ορέγομαι. Καμιά Ιθάκη, κανένας προορισμός. Μοναδικός πρωταγωνιστής: η ιδέα, το ταξίδι και τα φώτα να σε τυφλώνουν πάνω στην σκηνή. Όταν επιτέλους θα ακουμπήσω ξανά σε στέρεο έδαφος μετά την βραδινή πτήση, θα αναζητήσω λίγη σοκολάτα. Έρωτας ξανά. Με περιτύλιγμα χάρτινο και γέμιση φράουλας. Και λίγο μετά τρία ζευγάρια μάτια να με παγιδεύουν στην ζεστασιά τους: ο άντρας μου και τα παιδιά μας. Αυτό και αν είναι έρωτας.
[…] Επιστρέφοντας στην Αθήνα αναζητώ στην βιβλιοθήκη τη «Ζωή εν Τάφω». Βρίσκω το αγαπημένο απόσπασμα. Ψηλαφίζω τις λέξεις: συρματόπλεγμα, μυστική πόρτα,  αδράχτι, αγκαθωτά τέλια. Όλα εδώ, σε ένα αιώνιο παρόν. Και το χαράκωμα και το φως και το άλικο της παπαρούνας. Και εγώ να «πασχίζω να χωρέσω» ανάμεσα σε ξύλινα μαδέρια, σε φώτα και έναν ουρανό έτοιμο να κλάψει.
[…] Το βράδυ παραδόθηκα στον ύπνο. Κατάφερα επιτέλους να κλείσω τα μάτια. Το πρωί έπρεπε να φτιάξω τις βαλίτσες για το επόμενο ταξίδι. Κάποια στιγμή και ενώ τα χέρια μου δουλεύουν ασταμάτητα, ακούω από το σαλόνι τις φωνές των παιδιών μου. Έχουν στήσει μια ολόκληρη πολιτεία πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Το σκηνικό τους συνθέτουν τουβλάκια πολύχρωμα, ανθρωπάκια μικροσκοπικά, ένα κάστρο και ένα αεροπλάνο. Η μικρή πριγκίπισσα ζητάει από τον πατέρα της τον βασιλιά να πάει στο νησί να χορέψει. Ένα μεγάλο άσπρο αεροπλάνο θα την ανεβάσει στους αιθέρες και θα την προσγειώσει μέσα στο κάστρο. Δεν πρόλαβα να δω αν και αυτή φορούσε χρυσά σανδάλια με πράσινες πέτρες. Δεν πρόλαβα καν να δω αν παγιδεύτηκε ανάμεσα σε ξύλινα μαδέρια. Είδα όμως το αεροπλάνο να ίπταται και την κόρη μου να κρατά την πριγκίπισσα στα χέρια της και να παρακαλεί τον βασιλιά να την αφήσει να πάει στον χορό. «Είσαι μικρή ακόμη, περίμενε μέχρι να μεγαλώσεις», της απαντάει εκείνος αυστηρά. Εγώ της έκλεισα το μάτι χαμογελώντας. Μια ακόμη«μολυβ»…ένια χορεύτρια, σκέφτηκα. Θα χάσει την καρδιά της μέσα στην φωτιά, για την αγάπη ενός στρατιώτη. Θα ανταλλάξει το ροζ της φορεσιάς της με το μολύβι του καλού της. Και θα ροκανίζει νωχελικά ένα κομμάτι ευτυχίας.
[…] Η γιαγιά η Καλλιώ, η πρώτη μου Μούσα στην «Καρδιοκλέφτρα» ανάμεσα στα πολλά δίστιχα που μου είχε τραγουδήσει ήταν και αυτό:

 

Καρδιά μου που είσαι ανήσυχη
Τι ήθελες να αγαπήσεις
Που ήσουνα βασίλισσα
Σκλάβα να καταντήσεις.

Κύλησαν από τότε 16 χρόνια. Πριν λίγο καιρό και ενώ ήδη είχα ξεκινήσει να αγαπώ τα της Λέσβου –χορούς και τραγούδια-, ανακάλυπτα σε ανύποπτο χρόνο πολλά από τα δίστιχα αυτά μέσα σε γνωστά παραδοσιακά αγαπημένα τραγούδια της Λέσβου. Πώς τα δένει έτσι η ζωή; Πώς έφθασαν στα χείλη της Οξυλιθιώτισσας  Ευβοιώτισσας γιαγιάς τα δίστιχα της Λέσβου; Και εγώ που δεν αγαπώ άλλον τόπο όσο τον Οξύλιθο, πώς βρέθηκα με μια δεύτερη αγάπη εδώ να χορεύω; Και να νιώθω αντίκρυ στο βάθος χαλάσματα και ήχους από τον άλλο αγαπημένο, τον Πόντο; Όλα δένουν, όλα σφιχταγκαλιάζονται. Τα ματέλια μου πάλι ποταμάκι γίνονται. Και μου έρχεται στον νου μια εικόνα που συγκράτησα κατά την διάρκεια της πτήσης επιστρέφοντας στην Αθήνα. Σε μικρές οθόνες οι επιβάτες μπορούσαν να παρακολουθούν την διαδρομή του αεροπλάνου πάνω από τον χάρτη της Ελλάδας. Με μια νοητή γραμμή ο Πόντος, η Λέσβος, η Εύβοια, γίνονταν ένα. «Όλες μου οι αγάπες έχουν γίνει μια….»
Σας αφήνω. Αύριο παραμονή της Παναγιάς έχουμε πανηγύρι. Στα αγαπημένα χώματα του Οξυλίθου. Και αυτή την φορά θα έχω μαζί μου και τον Άγγελό μου και τα σποράκια μας.  ♥

http://ilakate.blogspot.gr/2009/04/blog-post_19.html

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1692,5420/extras/texts/indexj_2_parallilo_keimeno_2.html

Γιώτα Αθανασίου

 

No Comments

There are currently no comments on «ΜΟΛΥΒ…ΕΝΙΑ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ» Στα …χαρακώματα μιας παράστασης. Perhaps you would like to add one of your own?

Leave a Comment


Share