ΑΜΠΙΛΟΥΦΙΛΟΥΣΟΥΦΙΗΣ;

Written by admin. Posted in ΓΕΝΙΚΑ

Tagged:

Published on Αύγουστος 25, 2012 with No Comments

(συνηχίζητι)
(…συνέχεια απ’ του προυηγούμενου φύλλου.)

 

 

 

ΑΜΠΙΛΟΥΦΙΛΟΥΣΟΥΦΙΗΣ;          

(ντοπιολαλιά) 

 (Οδηγίες προς μη Μυτιληνιούς αναγνώστες. Στο κείμενο αυτό γίνεται προσπάθεια να καταγραφεί η ντοπιολαλιά. Τα γράμματα σε παρένθεση δεν διαβάζονται, δεν χάνουν όμως τελείως την ηχητική τους αφού μέρος της προστίθεται στο προηγούμενο σύμφωνο. Τα πολλά σύμφωνα σε κάποιες λέξεις θέλουν να δείξουν ότι κατά την εκφορά του λόγου πρέπει να ακουστεί «παχύ» το συγκεκριμένο σύμφωνο).

 

Ήθιλα ρε μπάρι α συ πω δυό κουβέντις, αλλά συ εν έχ(ει)ς πουτέ τσιρό. Έλα όμους π’θέλου. Γι αυτό θα στα πω τσ(ι) σσι άμα θες ακσι τα. Συ θα χάϊσσ.
Η τσιρός πιρνά. Ε μπα να λέγ(ει)ς ισσύ. Φτος θα φεύγ(ει) τσι του κακό είνι πους θα μας παίρν(ει) μαζίντ.
Σάμπους έχουμι τσ’ άλλ(η) ιπιλουγή;
Τουλάχιστουν να πιρνούμι καλά. Να χιρόμιστι κ(ι) γκάθε σκιγμή. Να κ(ι) ζούμι ρε πιδί.
Τώρα κίντα θα πει φτό, τσι κίλουγια γίνιτι, είνι αλλ(η) κουβέντα είνι ξιχουρστό τσιφάλιου, αλλά απ’ όξου απ΄όξου θα τ’ ατζίξουμι κουματέλλ(ι).
Πιρνά λοιπόν η τσιρός τσι δε ρουτά, μκρίδις είμασταν τσι μιγαλώσαμι, τσ(ι)’ απ’ κι΄ανιμιλιά τσι τα χουρατά πιράσαμι στα άλλα τα καθμηρνά, του τρεξ απ’ ηδώ, τρεξ απ’ εικει, να κάνουμι τσι τούτου, να πάρουμι τσι τ΄άλλου.
Του μάκ(ι) τ΄αθρώπ’ έ χουρταίν(ει), τσι τιλειουμό εν έχ(ει) του τρέξμου.
Ξιχάσαμι τσ’ αθρώπ’ μας. Τσι θκοί μας τσ’ αθρώπ’ πρώτ’ απ΄ούλα. Ε μλώ για τσ’ φίλ(οι).
Μπίτσσι στου κλουβέλιντ η καθένας, μήδι λουγιάζ(ει) γύρουντ τι γίνιτι.
Σαν είσι μουρό, θαρρείς πους ούλου φτο π’ ζεις, τα χάδια, τα φλέλια, οι γι’ αγκαλιές, η ζιστασσιά ρε πιδί, θαρρείς πους θα ν’είνει μια ζουή.
Αμ έλα ντε π’ χανόντι, γιακί ισύ γ’ ίδιους, πρώτους απ’ ούλ(οι) τα ξιχνάς.
Εχ(ει)ς γιμάτου του τσιφάλ(ι)ς -ε μλώ για κ’ψψύς, γιακί φκι κ(η)νέχουμε ξιχασμέν(η)- μι τα θκάς τα προυβλήματα, ε μπιρσεύγ(ει) τόπους για τσ’ άλλοι.
Τσι λεγ’ για τσ’ άλλ(οι), γιακί άμα έ ντου προυσέκς, κάποια σκιγμή γι θκοίς γινόντιν άλλ(οι), τσ’έχ(ει)ς τσι σσύ του μιρίδιου τσ΄ηυθύν(η)ς.
Ούλα παγαίνιν καλά άμα ν’υπάρχ(ει) γι αγάπ, ούλα διουρθουνόντι, ούλα γινόντι.
Αμα εν υπάρχει όμους γι’αγάπ’, φτο του θηριό τ’ ανήμερου π’ κρύβγ(ει) η καθένας μέσαντ, βγαίν(ει) απ’ όξου κ’εν αφήν(ει) κίπουτα όρθιου.
Υπιρβάλου θα μ’ πείς, αλλά φουβούμι πους όχ(ι), γιακί άμα λουγιάκς γύρους, θα δεις πους δυστυχώς είν αλήθεια.
Εν είνι στς προυθέσισμ α συ στινουχουρήσου, αλλά ε μπάμι καλά. Καθόλ καλά.
Μας καταπίνειν τα προυβλήματα, τα καθμηρνά, φτα π΄θαρρεί η καθένας προυβλήματα για τουν ηαυτόντ, γιακί άμα τα πιάσουμι ένα – ένα, θα δούμι πους τα πιο πουλλά ξιτσνούν απ’ του τσιφάλ(ι) μας.
Για να μπουρέσουμι όμους να συνηννουηθούμι θα αφήσου απ’ όξου τα προυβλήματα τσ΄υγείας κι τσ’ κοινουνκής τσ’ αδικίας. Φτο του δεύτερου είνι μιαν άλλ(η) κουβέντα.
Ας υπουθέσουμι λοιπόν, πους έχουμι δλιά τσι παράδις μεσ’ κ(η) τζέπ μας, για τα βασικά.
-Ού ου, άμα τά ‘χαμι φτα, ε θέλαμι κίπουτ’ άλλου, ξέρου πους φτο θα μ’ πεις.
Αμ’ έλα ντε πσι θέλου. Ελα ντε πεν είνι έδιετσ.
Τάχουμι λοιπόν σκ(ι) τζεπ’ μας, μας τρω όμους η κόλους μας.
-Γιακί ρε μπάρι γι’ άλλους νά ‘χει τσσι τούτου τσι α μη ντόχου τσ’ ιγω; Που τού ‘βρει φτός μαθέ; Γιακί φτος; Γιακί μαθέ, μπας τσσ’είνι καλύτηρους απ’ ημένα; πιο έξυπνους; ή πιο όμουρφους;
-Γιακί α μη μπουρώ τσι γω, α μπω μια φουρά μεσ’ του μάκιντ; Γιακί μαθέ του θκόμ του σπίκ(ι), α μην έχει …α δεις πως του λεν… μια παράξιν(η) λέξξ(η). Ε κ(η) θμούμι… Α, ε μπειράζζ(ει)!!! του ξέχασα.
-Ε, γιακί μαθέ α μην έχου τσι γω;
-Τσι φτο τ’ άλλου, π’έχ(ει) η Ν(ι)κόλας, α του δείς όμουρφου π’είνι! Α τούχα μαθές!
Α πάμι τσι παραπέρα;
Ηρταν(ι) τα μουρά σκ(η) ζουή μας, τσι θέλουμι του θκό μας να ν’είνι του πρώτου, του πιο έξυπνου, να τά ‘χει ούλα. Μα δε γίνιτι ρε πιδί, πως θα γίν(ει);!
Ε μπορεί ούλα τα μουρά να‘νει ίδια! Α ξλουθούμι μαθέ!
Αλλου θά ν’είνει έδιετσ’, άλλου αλλιώς. Πως α του κάνουμι.
Α τα βάλουμι μι του Θγιό δηλαδή; Ε φτάνει π’μας τα ‘δότσι; Α παρακαλούμι νά ‘νει γιρά, τσι να προυσπαθήσουμι να τα χειρόμαστι, γιακί θα μιγαλόσιν τσι θα μας φύγειν. Πλια είνι τσσι πιτούν(ι). Θα φύγιν, δαν(ι)κά είνι, κί θαρρείς.
Ρώκσι κ’ μάναμ, α δεις κάθι πότι μι βλέπ’.
Υστερα μ’ λέγ(ει)ς ησσύ!!!
Βλέπουμι ούλα τ΄απόξου, τσι δε κάνουμι του κόπου να δούμι τα μέσα αν είνι καλά. Τα θκά μας πρώτ απ’ ούλα.
Αλλά φτο θέλ(ει) δλειά, εν είνι εύκουλου, γιακί άμα καταφέρουμι να τα δούμι, θα γραγκίξουμι!!!
Ενώ, του να λουγιάϊζς τ’ απ΄όξου είναι εύκουλου, ούλ(οι) του μπουρούν.
Α πεις α στσσιφτούμι α τα διουρθώσουμι τσσιόλας!!! έφτου να δεις δλειά π’ θέλ(ει)!!!
Μάθαμι, πους εν αλλάζζ(ει) γι’ άθρουπους.
Κι θα πει φτό!!!
Αφού ρε πιδί βλέπς κάκ(ι) στραβό απάνους, γιακί ε ντ’ αλλάϊζς;
Κι πιριμέν(ει)ς; Αμα εν αλλάξς ησσύ τα θκας τα στραβά, πως θες δηλαδή ν’ αλλάξειν γι άλλ(οι) τα θκά ντουν;
Ομους, ειμίς είμαστι απασχουλ(η)μέν(οι).
Να βγάλουμι τσσ’ άλλα, παράδις! Πουλλοί παράδις!! να ‘χουμι, όχ(ι) μουνάχα για τα στηρνά, αλλά γιακί πρώτα απ’ούλα έ χουρτένουμι, τσ’ ύστηρα, για να μπούμι μεσ’του μάκ(ι)ντουν. Φτο του μακ(ι) ντουν είνι π΄θα μας πνίξ(ει)!
Οσον αφουρά τα μουρά μας, αντί να λουγιάζουμι να πιρνούμι καλά μαζί ντουν τσι να χειρόμιστι μη κ’στιγμές ντουν, λουγιάζουμι να τα κάνουμι οκ(ι) ε μπουρέσαμε ειμείς.
Α τα μάθουμι Αγγλικά, τσι Γιρμαν(ι)κά, Γαλλ(ι)κά, καλό θαν είνι τώρα μι κ(ι)ν Ηυρώπ, τσσ’άλλ(η) μια γλώσσα, Τούρτσσκα!. Χα!
Εμ μουσική, α μή μαθ’ του μουρόμ’ ημένα; κουλημβητήριου; Τ΄ άλλα π΄μαθένιν κίντα είνι, καλύτηρα; καράτε α μη μαθ΄, α μη του δέρνειν;
Eδιετς, έ μπιρσέβγ(ει) χρόνους για να τσ’ διαβάσουμι παραμύθια, α ψάξουμι να βρούμι αλλάνις –αλλά φτες εν υπάρχειν πια, αφού τσ’ χτίσαμι ούλις- α παίξξ(ει) μι τα χώματα, να πέσσ(ει) κάτου να χτυπήσσ(ει) τα πουδάριαντ’ πάσ’ τσ’ πέτρις, να φα τσι λίγα χώματα. Α χαρούμι ρε μπάρι μαζί ντουν! Απλά πράματα!!!
Γινήκαμι τέρατα.
Ε ξέρου πως θα ξιμπηρδέψουμι.
Τώρα θα μ’ πείς, γιακί μας βαϊζς ούλ(οι) μεσ’ σ’ ένα τζβάλ(ι); Εν είνι τσι τόσου μαύρα τα πράματα.
Ακσι να σ’ πω. Τουν ηαυτόμ βάζω μεσ’ του τσβάλ(ι). Ε ξέρς πόσου σχαμένους είνι! Έφτου πτα λέγ(ει) έδιετς, έφτου τα κάν(ει) αλλιώς. Αλλά να, τ’ν αυτουκριτική μ’ κάνου, να μ’ φύγ(ει) η καϋμός, να ηξιλιουθώ ρε πιδί.
Τώρα π’ του σκέφτουμι, μάλλουν φταίβγ(ει) που έ μπαγαίνου α ξ(η)μουλουγ(η)θώ, τσσ αναγκάζουμι να σκουρπώ τα λόγιαμ’ στουν αγέρα. Φκι θα ν’είνι φαίνιτι γη τιμουρίαμ. Εν ηξηγιέτι αλλιώς.
Οόόχι, ε τζβαλιάζου κανέναν, οι πιο πουλλοί είνι καλοί. Απ’ αγάπ’ ξυχειλίζ’ η ντουνιάς. Μήδι λόγια λιγόντιν απου πίσου, μήδι χιρόντι μι κ(ι) στηναχώριας, μήδι λ(υ)πούντι μι κ(ι) χαράς!
Ειρουνεύουμι μπάρε, αλλά να, πουνώ.
Ε μπιρσεύβγ(ει) γ(ι) αγάπ’, δυστυχώς. Χάσαμι κι’ αθρουπιά μας.
Λιγουστεύγειν γοι καθαροί γι’ αθρώπ, γι αυτό πρέπ’ α τσ’ προσέχουμι μπάσκι μας λ(υ)πηθεί γι Θγιός.
Τρέχουμι σα τσ’ παλαβοί. Κ(ι) ά προλάβουμι;
Σπρώξ’ τουν έναν, σπρώξ’ τουν άλλου, α βγούμι μπρουστά, πάτα τουν ένα, πάτα τουν άλλου, α φανούμι, α κιρδίσουμι. Ε μπα να πνιγούν γ(ι) άλλοι.
Μ’ έληγι ένας θκόσιμ τσ’ προυάλες. «Χαθήκαμι μπάρε, χαθήκαμε. Που είν’ οι φίλ΄ μας…;»
-Φίλ(οι)!!! κίντα΄νι φτό; Ιδώ ρε πιδί είνι «όποιους προυλάβ΄ του Κύριου είδι», ε μας παρατάς τώρα τσσι σσυ μι τα συνησθήματα! Ακσι σσύ φίλ(οι). Εν αλλάζ(ει) η κόσμους, πάρτου χαμπάρ. Τούτους είν’ η δρόμους. Θαρρείς πους ε ντου μιλητήσαν οι σουφοί τότες π’ τουν στρώναν του δρόμου;
-Φίλ(οι)!… Εν έχ(ει)ς δλειά α κάν(ει)ς; Πάν(ει) α βγάλ(ει)ς κανα φράνγκου, α δεις μιαν άσπρ’ μέρα, τσσ άστα φτα τ΄ αδιαφόριτα.
-Συνησθήματα !!! αϊ βλαστήμα τα!!! Βρε μαθέ, φτα έμαθεις στα θρανία τόσα χρόνια; Λουγική βρε χρειάζιτι. Παρά μεσ’ κ(ι) τζζέπς να έχ(ει)ς, τ’σούλα τ’ άλλα γινόντιν.

…Κι όμους ξάρφε, φτο μας λείπ’. Γι’ αθρώπ’ μας, γι’ αθρουπιά μας. Οι φίλ(οι) τσσι ψψύς μας. Γι αυτό μας δέρν(ει) τόσσ(η) μουναξξιά τσι τόσα προυβλήματα.

Αει, κάτσει μουναχός, ένας κούκους, α δούμι κι θα καταλάβς. Εχει τσ’ παράδις μες κ(ι)τζέπς -δύναμις γαρ- λόγιαζι μό τουν ηαυτόσ’, τσι καμάρουνι. Ζουή είνι βρε φκή;

Τσι για να συνηνουγιόμαστι, εν ηννουώ φτον π’τά’βγαλι μη τουν ιδρώταντ, λεγ’ για τουν άλλου, κ(ι) μαϊμού. Τσ’ είνι μα του Θγιό, πουλλές ρε μπάρι γι μαϊμούδις!!!

Θαρρείς μαθέ πους έ συ βλέπειν γι’ άλλ(οι). Πους μη τσ’ παγαπουντιές τά κάν(ει)ς ούλα;

Συ μλούν, μπουρεί τσι να σι φουβούντι, για κ’δύναμ π’σδίν(ει) η παράς, τσ’φουβέρξεις τσιόλας, ήταν τσι λίγου αδύναμ’,… Αλλά κανένας ε σ’ ηκτιμά. Α δεις τι ησθανόντιν για σένα! Δε λέγ τι λέν, αλλά, τι ησθανόντι.

Θα μ’ πεις, θα τ’ ακούσου π’ θα τ’ ακούσου, χισμέν(οι) τσ’ έχου.

Εν είνι έδιετς. Αλλου τόνα, άλλου τ’ άλλου.

Τώρα βέβαια οκ(ι) σ’ αρέσ(ει) ησένα, έ μ’ πέφκ(ει) λόγους. Αλλά να, του φφκ(η)νό φαίνητι. Φαίνητι τσι τα’ ακριβό, του καλό. Έχ(ει) μάκια οι κόσμους τσι βλεπ, έχ(ει) ψσσή τσι καταλαβαίν(ει).

Το ‘να του φτήν(ει)ς, του χέϊζζς, ινώ τ’ άλλου, τ’αγαπάς, του σέβισι. Οκ(ι) διαλέγ(ει) η καθένας.

Τώρα βέβαια, γ(η)άλλους –φτος η σχαμένους π’ λέγαμι, η μαϊμού, αντί να βρει μούτζης, βρίσκ(ει) έναν άθρουπου –όπους τουν βρίσκ(ει)- συνήθους σα γκ(ι) μούρη ντ’, κάνει μουρά, σκουτών(ει) κι μουναξιάντ, κάν(ει) κι δλιάντ’, χαλά κ(ι) σειρά.

Ε μπουρώ α συ πω πάσ’συ τούτου. Δύσκουλου τσιφάλιου. Ε ντου λύσαν τούτου του ηρώκ(η)μα οι σουφοί, ηγώ μαθέ θα του λύσου.

Φτο π’ ξέρου είνι πους γίναμι σα ντα μούτρα μας…

 

Ομους του πιχνίδ’ ενι χάστσσει ακόμα. Πιριθώρια υπάρχειν. Αθρώπ’ υπάρχειν. Αμα λουγιάκσ’ γύρους θα τσ’ βρεις. Διψούν γι’ αθρουπιά οι αθρώπ’. Στου χέρ’ μας είνι. Κρύβγ(ει) δύναμ’ η άθρουπους μέσα ντ’.

Φαντάζισι τι μπουρεί να γίν(ει) άμα ν’ ηνουθούν φτες οι δυνάμεις;

«Η ισχύς εν τη ενώσει» ένι λέγαν οι παλιοί; Ειμίς οι ξύπν(οι) οι τσινούργ(οι) γιακί του ξιχνούμι φτό;

Μιγάλου πράμα να βρισκόντιν γι αθρώπ’ τσι να κάνειν μαζί πράματα όμουρφα, οκ(ι) θέλειν.

Μιγάλου πράμα να ξέρς πους δίπλας υπάρχειν αθρώπ’ π’συ νοιάζουντι, π’μπουρείς να υπουλουγίϊζς σκ(ι) μπαρουσία ντουν. Τό χουμι ξιχάσσ(ει) τούτου, αλλά εν υπάρχ(ει) πιο όμουρφου.

Βέβαια για να συμβεί τούτου πρέπει τσι σσυ να ‘ν είσι παρών άμα συ χρειαστούν. Οκ’ δίν(ει)ς παίρν(ει)ς. Φτο είναι του δίκιου.

Τι κάθουμι τσσι σ’ λεγ’ τώρα. Ιδώ η κόσμους καίγιτι τσι γω αμπιλουφιλουσουφώ.

Του δικιούμι όμους, γιακί χρόνια κάθουμ΄ τσι σ’ άκγα. Ηρτι γ(ι) ώρα ν‘ ακούϊσσ τσι σσύ.

Ε μπαγαίνουμι καλά. Ψηυκιά ρε πιδί, τσι φτήνια. Σχαμό έχ(ει).

Μόν(η) λύσ(η), α ψάξουμι να βρούμι τσ’ αθρώπ’ μας, μη καλή διάθεσσ(η), να συμφουνήσουμι μιρικά πράματα, τσι να κάνουμι δυο βήματα μπρουστά μαζζί.

 

Για κιν’ ώρα ένα πράμα χαίρουμι απ’ κι ψψύμ. Πους έγινι του ΜΟΥΣΕΙΟΥ στου χουριό. Φτο του χάρκα όσου δε φαντάζησι. Νά ΄νει καλά η Γιάνν(η)ς. Συ φτόν ανείκ(ει) του μπράβου. Μη κι’ ν’ επιμονή τ’, έκανε πράξξ(η) όκ(ι) έ θα καταφέρναμι ούλ(οι) μαζί. Κατάφιρι να μας ηνώσ(ει).

Μι του Μουσείου θαρρώ πους άν(οι)ξει γ΄η δρόμους για να γίνειν τσ’ άλλα πράματα. Απ’ ημάς ηξαρτάτι.

Αλλά κι κάθουμι κι λεγ, αφού έδιετσ’ π’καταντήσαμι μι τσ’ πουλέμ, ούλ(οι) για του μουσείου θα ν’είμαστι σι λίγου τσιρό.

Φουβούμι μπάρι. Ε μπάμι καλά. Ούλα θα τα τνάξειν στουν αέρα για του μπαρά. Μό’ του χρήμα αξίζ(ει).

Τι διάαλου ρε πιδί, μό του πιτρέλειου υπάρχ(ει); μό η τζόγους τουν χρηματιστηρίουν η γι΄ηπίσιμους; μο του χρήμα;

Του κερατά π’ του ηύρει!  Γι’ αθρώπ’ έ μητρούν; Καταντήσαμι του χειρότερου πλάσμα πάσ’ κι γή.

Σσχχαμένα πράματα. Είνι να μας κλαίς. Βρώμα τσι δισουδία.

Κι είνι τόσου όμουρφ’ η ζουή! Πώς κι’ ξουδεύουμι!

Μο η παράς, η ηξουσία, γ΄η δύναμ’, είνι φκκ(η)νά. Ππουλύ φκκ(η)νά. Ψεύκα.

Άλλα είναι τα όμουρφα.

Κρίμα.

Του μόνου παρήγουρου είνι πους γ’οι κόσμους ξησκώσστσσει, τσι διαμαρτύριτι.

Νά ‘χει άραγε απουτέλισμα η ξησκουμός φτός; Μακάρ’.

 

Έλιγα, πους μιτά του Μουσσείου άνοίγ(ει) γ΄η δρόμους για να γίνειν τσ(ι)’άλλα πράματα.

Του δρόμου Ακράσσ(ι) – Δρότα. Φτον θέλουμι τώρα απ’ κ(ι) μπουλιτεία. Αμα γίν(ει) τσι φτο του έργου θα μπουρείς α παγαίν(ει)ς σκι Δρότα χουρίς α σκέφτισι πους θα σπάϊσς τ’ αυτοκίνητους. Για βάλι μι του νους, α μπουρείς α πιτιέσι σι πέντι λιφτά, για του μπάνιους, για βόλτα, για ένα ρακέλ(ι).

Τόσα χρόνια ένας δρόμους ηφτά χιλιόμετρα, α μη μπουρεί μαθέ να γίν(ει) άσφαλτους. Τριτουκουσμικά πράματα. Οπ’ α του πεις α τσ’ ξλώϊσς.

Ε ντου χουρεί του μυαλό μ’, κάθι χρόνου α παγαίν(ει) η μπουλντόζα για να στρών(ει) του χώμα π’ χαλά του χ(ει)μώνα απ’ τσ’βρουχές. Τσι ξανά μανά.

Τόσα λιφτά π’ ξουδιφτήκαν άμα τα μαζεύαν θα ν’είχαμι άσφαλτου τώρα.

Τσι λέγ’ μι του νου μ’, κάποιους θα ν’ ίφκιαχνι κανά σπτέλ(ι) α του ν(οι)κιάζ(ει) σκι Δρότα ή του στου μέσα χουριό. Γιακί όχ(ι) τσι στ’ Ακράσσ(ι).

Λέει όμους γι άλλους: ναι αλλά θα γίνιν ξινουδουχεία, θα ν’ έρκ(ει) τουρισμός, θα χαλάσσ(ει) του μέρους.

Εν είνι έδιετς, γιακί απ’ κι’άλλ(η) μιριά, θα βουηθηθεί οικουνουμικά του χουριό. Θα μπουρεί να βγάλ(ει) ένα μιρουκάματου φτος π’ θέλ(ει), έ θα μαραζώσσ(ει) του χουριό σι λίγα χρόνια σα π’ παγαίν(ει).

Εν είπα να γίν(ει) Μόλ(υ)βους – τσ’ α του θέλαμι ε μπουρεί να γίν(ει) -, αλλά άμα γίν(ει) σα του Μισότουπου τσι του Ταβάρ θα μας πιράξ(ει);

 

Ε ξέρου ρε μπάρι αλλά θέλου του χουριό μας να προυουδέψ(ει), ε μπουρό α του βλέπου άδειου. Είνι όμουρφου μέρους τσ(ι) είνι άδικου απ’ του Θγιο να μαραζών(ει).

Μι του μκρομ του μυαλό ε βλέπου κίπουτ΄ άλλου πέρα απ΄κι΄ανάπτυξ(η). Φκη θα μας πα μπρουστά.

Υπάρχειν τόσα πράματα π’ μπουρεί α κάν(ει) κανένας, αλλά χρειάζητι υπουδουμή. Ε μπας α βάλεις τσ’ παράδις καπ’ π’ εν έχ(ει) δρόμου. Ασε π’όταν δλέψ(ει) γι η τουρισμός θα δλέψειν τσ’ άλλα πράματα. Τα μπουστάνια τα βλέπου να γινόντιν θηρμουκήπια, κάκ(ι) ξιχασμένα αμπέλια, βλέπου να σκαλζόντι ξανά.

Για βάλει μι ντου νους, κρασί Ακράσι. Καλό μ’ ακούγητι ιμπουρικά. Ιστουρικά η τόπους προυσφέρητι. Τζίνγκλου, Πέρα Πλάκ(η).

Είδις! κουματέλ(ι) στσσιέφκα, κακ(ι) κατέβασι του ξηρόμ. Αμα του βάλουμι του μυαλό μας α δλέψ(ει), α δεις πράματα π’ μπουρούν(ι) α γίνουν(ι).

Η συνητηρισμός τα ίδια, μπουρεί α βουηθήσ(ει) άμα δλέψ(ει) σουστά.

Ψσση χρειάζιτι, τσ(ι) ακόμα, όσ(οι) ανακατευτούν να κάνειν σουστά κι δλειά ντουν τσι να μην απουγουητηβγόντιν απ’ τα λόγια π’θ’ ακούν’, γιακί φτό είνι του μόνου π’ ξέρουμι α κάνουμι καλά, ούλ(οι) μας.

Αμα ‘κμηταλλευτούμι τσι τα προυγράμματα τσ’ Ευρώπς, λιγουστεύβγιν οι παράδις π’ χρειαζόντιν. Τι λέτι σεις ρε μουρά, εν αξίζ(ει) τ’ Ακρασέλ(ι) ένα καλύτηρου αύριγιου; Τσ΄όχι μόνου τ΄Ακρασέλ(ι), τσι γ΄η Ηλλάδα ουλόκληρ΄

 

Εν’ είμι μουνάχα ιγώ ξλουμένους τσσι μλω γι΄ανάπτυξ(η), πουλοί μλουν για του κι μπουρεί α γίνει, πους πουτέ εν είνι αργά. 

Να σσυνηχήσσ(ει) φφκη η κουβέντα, αλλά ε μπρέπ΄να μείν(ει) κουβέντα! 

 

Εμαθα σκ(ι) ζουήμ πους πε – πε, κάκ(ι) μέν(ει). Θα λέου λοιπόν. Τσι θα ουνειρεύγουμι. Αμ κι θαρρείς. Του μπουνό του τόπουμ’. Ε μ’ αρέσ(ει) σα π’ παγαίν(ει). Ουλ(οι) πρέπ΄α του πουνούμι!

Φτο π’ καταλαβαίνου είνι πους ένας τόπους παγαίνει μπρουστά μουνάχα άμα υπάρχ(ει) πρόουδους. Τσι γ΄η πατρίδα μας μπουρεί. Γιακί είνι όμουρφους τόπους.

Τσ’ άμα θελήσειν γι΄αθρώπιντ΄ θα γίν(ει) ακόμα καλύτηρους.

Φτο, του να θέλουμε να κάνουμι όμουρφα τσσι καλά πράματα τσσι γη καλή διάθες(η) είνει του ζμί. Μεράκ(ι) ρε πιδί!!!

Θα τρίβγουμι τα μάκια μας.

 

Ενας Ακρασσ(ι)ώκς.

Μάρτιος 2002

 

No Comments

There are currently no comments on ΑΜΠΙΛΟΥΦΙΛΟΥΣΟΥΦΙΗΣ;. Perhaps you would like to add one of your own?

Leave a Comment


Share
  • e-mail
  • Facebook
  • Google+
  • LinkedIn
  • Twitter
  • YouTube