Γ(ρ)ε μάγκες η πόγ(ρ)τα λείπ(ει)

Written by admin. Posted in ΑΡΘΡΑ

Published on Ιουλίου 06, 2013 with No Comments

Χρόνια πριν στον Ασώματο, Πάσχα. Μετά το Χριστός Ανέστη η νεανική παρέα ανηφόρησε για το καφενέ του, μακαρίτη, Χρήστου Παπάλα, καφενές που ήταν στέκι της νεολαίας του χωριού. Ένα χωριό που τον καιρό εκείνο τέτοιες χρονιάρες μέρες είχε κόσμο, αφού, πολλοί χωριανοί, που ζούσαν αλλού τέτοιες μέρες ερχόταν στο χωριό.
Η παρέα λοιπόν, απλώθηκε σε όλο το καφενείο, (που τότε, όπως θα θυμούνται οι μεγαλύτεροι, ήταν ξύλινο ακόμα), και όλο και μεγάλωνε αφού συνέχιζαν να έρχονται και άλλοι, μέχρι που το καφενείο σχεδόν γέμισε. ΟΙ παραγγελίες έδιναν κι έπαιρναν και ο Χρήστος προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα και να εξυπηρετήσει τη «πελατεία» μόνος του. Κάποια στιγμή, κρατώντας μια στοίβα πιάτα, κάποιος του φώναξε κάτι, στρέφει ο Χρήστος το κεφάλι στο πλάι να δει, κάποιος του χτυπάει το χέρι με τα πιάτα πάρτα κάτω, έσπασαν τα πολλά !!!
Τι ήταν να γίνει η αρχή σε λίγο από τις 4 κατευθύνσεις «έβρεχε» πιάτα, μόνο που ο κακομοίρης ο Χρήστος δεν προλάβαινε να δει καθώς συνήθως τα πιάτα έπεφταν από την πλευρά που δεν έβλεπε!!! Φοβούμενος ότι θα μείνουν απλήρωτα σπεύδει να κάνει την παρατήρηση : Γ(ρ)ε μάγκις λέγειτει να γγγάφτου τίπουτα, έλεγε καθώς δεν μπορούσε να προφέρει καλά το ρ.
Η ώρα περνούσε, η κατάσταση όλο και ξέφευγε, αφού κάποιοι πέρα από τα πιάτα άρχισαν να σπάνε και τα τζάμια του καφενείου, με τέτοια ένταση που σε λίγο όλα τα τζάμια ήταν σπασμένα!!!
Η νύχτα προχωρούσε, ο καιρός είχε ψύχρα. Κάποιος σηκώθηκε και έφερε μέσα στο καφενείο ένα βαρέλι κομμένο στη μέση και άναψε φωτιά, (αφού ξύλα υπήρχαν ακόμα για τη σόμπα), στη μέση του καφενείου!!!! Ο καπνός δεν ενοχλούσε αφού δεν υπήρχαν τζάμια!!!
Οι όποιες διαμαρτυρίες του Χρήστου απορρίφθηκαν αυθωρεί και παραχρήμα!! Τις πρωϊνές ώρες ο Καφετζής ήθελε να πάει στα πρόβατα, αλλά πως θα πήγαινε αφού το καφενείο ήταν ….καλοκαιρινό; Λέει λοιπόν στους θαμώνες. Τώρα πως θα πάγου να αρμέξου; Ποιος θα κάθεται στο μαγαζί, έγιτια χάλια π’ του κάνατει;
Κάποιος απάντησε, «άγντε πάνει ν’ αρμέξ(εις) κι καθούμαστει ‘μείς.
Πράγματι ο καφετζής έφυγε, αλλά όταν γύρισε τα χρειάστηκε: το μαγαζί πέρα από τα τζάμια που του έλειπαν τώρα δεν είχε και πόρτα!!!!
Και όσο έβλεπε τη φωτιά στο βαρέλι να καίει φοβόταν τα χειρότερα (μην την έκαψαν δηλαδή) , οπότε έντρομος πατά μια φωνή :
- Γε (ρε) μάγκεις γι πόγ(ρ)τα λείπ(ει)!!!!
Τι είχε συμβεί όμως; Η πόρτα κρεμόταν στη θέση της στηριζόμενη σε μεντεσέδες παλαιού τύπου (ρίζες ) χειροποίητες οπότε η παρέα για να του κάνει πλάκα την έβγαλε απ’ τη θέση της και την έκρυψε σε ένα στενάκι να μη φαίνεται. Μέχρι να την φέρουν να την βάλουν στη θέση της ο καημένος ο Χρήστος κόντεψε να του έρθει κόλπος, αφού χρόνια μετά τον πείραζαν :
- Γε μάγκεις γι πόγτα λείπ(ει)!!!!

Μιχ. Πολυπαθέλλης

No Comments

There are currently no comments on Γ(ρ)ε μάγκες η πόγ(ρ)τα λείπ(ει). Perhaps you would like to add one of your own?

Leave a Comment